Η διατροφική αξιολόγηση στην κυστική ίνωση: μια ολιστική ματιά

 kid s

 

   Είναι εδραιωμένο ότι η διατροφή παίζει καθοριστικό ρόλο στην συνολική εικόνα ασθενών με κυστική ίνωση. Πιο συγκεκριμένα έχει διαπιστωθεί ότι η συνολική διατροφική πρόσληψη ασθενών με κυστική ίνωση είναι στενά συνδεδεμένη με την αναπνευστική ικανότητα και το προσδόκιμο ζωής τους.

   Από ότι φαίνεται οι διατροφικοί παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν αξιολογούμε ασθενείς με κυστική ίνωση είναι πολλοί και μάλλον έχουν μια αμφίδρομη σχέση με την εξέλιξη της νόσου. Ας επικεντρωθούμε λοιπόν στην αξιολόγηση των ενεργειακών αναγκών και της πρόσληψης λίπους.

   Όπως είναι γνωστό, η ενεργειακή πρόσληψη και θρέψη των ασθενών με κυστική ίνωση επηρεάζεται κατά ένα μεγάλο βαθμό από τη δυσαπορρόφηση λίπους συμπεριλαμβανομένων και των λιποδιαλυτών βιταμινών. Παρόλα αυτά όμως πρέπει να αναλογιστούμε ότι στην κυστική ίνωση η στεατόρροια αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα απώλειας χολικών αλάτων και οξέων η οποία με την σειρά της χειροτερεύει την είδη υπάρχουσα δυσαπορρόφηση και υπονομεύει την ενεργειακή πρόσληψη του ασθενούς. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί ότι σε αρκετές περιπτώσεις ασθενών η ενεργειακή πρόσληψη μπορεί να περιοριστεί ακόμη περισσότερο λόγω των συχνών εμετών που οφείλονται σε έντονο βήχα. Επιπλέον στις περιπτώσεις όπου υπάρχει μια αναπνευστική λοίμωξη, οι ενεργειακές ανάγκες αυξάνονται ενώ συνήθως ταυτόχρονα μειώνεται η όρεξη.

   Αυτή λοιπόν η πολύπλευρη σχέση πρόσληψης ενέργειας και νόσου δημιουργεί την ανάγκη για μια σωστή διατροφική αξιολόγηση των ασθενών με κυστική ίνωση. Σύμφωνα με τους Ramsey και συνεργάτες, η αξιολόγηση των ενεργειακών αναγκών στην κυστική ίνωση προαπαιτεί την αξιολόγηση του βαθμού δυσαπορρόφησης η οποία είναι προτιμότερο να γίνεται με τη μέθοδο σύγκρισης της 3 ήμερης συλλογής κοπράνων με την 3 ήμερη καταγραφή της διατροφικής πρόσληψης. Σε αυτό το σημείο όμως είναι σημαντικό να αναφερθούμε στο γεγονός ότι η ακρίβεια του αποτελέσματος της αξιολόγησης του βαθμού δυσαπορρόφησης εξαρτάται κυρίως από το πόσο έγκυρη είναι η καταγραφή της διατροφικής πρόσληψης.

   Αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι οι μέθοδοι καταγραφής διατροφικής πρόσληψης από τους ασθενείς έχουν απόκλιση από την πραγματική πρόσληψη. Αυτό οφείλεται κυρίως στην υπερεκτίμηση των διατροφικών ποσοτήτων από τους ασθενείς ή στην έλλειψη συχνότητας. Αυτός είναι και ένας λόγος για τον οποίο είναι προτιμότερο οι συνολικές ενεργειακές ανάγκες στην κυστική ίνωση να μην βασίζονται μόνο σε έναν παράγοντα αλλά να υπολογίζονται με βάση τον βασικό μεταβολισμό, το επίπεδο της αναπνευστικής λειτουργίας, την φυσική άσκηση και τον βαθμό δυσαπορρόφησης. Εδώ έγκειται και η βαρύτητα της συνεργασίας μεταξύ ιατρού και διαιτολόγου. Η πρόσληψη του λίπους συμπεριλαμβανομένων και των λιποδιαλυτών βιταμινών αποτελεί ακόμη ένα μείζον διατροφικό θέμα για τους ασθενείς με κυστική ίνωση.

   Είναι γνωστό ότι το λίπος είναι απαραίτητο για τη φυσιολογική ανάπτυξη και αποτελεί βασική πηγή ενέργειας. Η πρόσληψη τους λίπους στη κυστική ίνωση εξαρτάται άμεσα από την ικανότητα του ασθενούς να το διασπάσει και να το απορροφήσει. Ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι η θεραπεία ενζυμικής αντικατάστασης με εξωγενή παγκρεατικά ένζυμα αποτελεί έναν μόνο παράγοντα βελτίωσης της συνολικής πρόσληψης λίπους. Πιο συγκεκριμένα, οι Kalivianakis και συνεργάτες έχουν δείξει ότι η συνολική πρόσληψη λίπους σε παιδιατρικά περιστατικά με κυστική ίνωση δεν εξαρτάται μόνο από την επάρκεια της ενζυμικής αντικατάστασης αλλά και από την ικανότητα του εντερικού βλεννογόνου να απορροφήσει τα λιπαρά οξέα μακράς αλυσίδας όπως και από την συγκέντρωση χολικών οξέων και αλάτων στον αυλό του εντέρου.

   Ακόμη, ένας σημαντικός παράγοντας που αφορά στην επαρκής πρόσληψη λίπους στους ασθενείς με κυστική ίνωση είναι η ορθολογική χρήση των παγκρεατικών ενζύμων. Αρκετές είναι οι έρευνες στις οποίες έχει παρατηρηθεί αδυναμία των ασθενών να υπολογίσουν με ακρίβεια την ποσότητα του προσλαμβανόμενου λίπους με αποτέλεσμα να μειώνεται η επάρκεια της ενζυμικής θεραπείας. Οι περισσότερες από αυτές τις έρευνες καταλήγουν στο γεγονός ότι η διατροφική εκπαίδευση πρέπει να είναι πιο συστηματική, ώστε να εφοδιάζει τον ασθενή με την ικανότητα να υπολογίζει τα γραμμάρια λίπους ανά γεύμα και να τα προσαρμόζει στην συνιστώμενη δόση των παγκρεατικών ενζύμων. Κλείνοντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι, είναι σημαντικό να συμβουλευόμαστε τις υπάρχουσες συστάσεις για την αξιολόγηση των διατροφικών αναγκών στην κυστική ίνωση αλλά είναι εξίσου σημαντικό να αναγνωρίζουμε την ανάγκη της σωστής εφαρμογής τους, η οποία για να επιτευχθεί προϋποθέτει την ισορροπημένη συνεργασία μεταξύ των επαγγελματιών υγείας που εμπλέκονται στην φροντίδα τέτοιων ασθενών.


Βιβλιογραφία

Trabulsi et al. (2006) Energy balance and the accuracy of reported energy intake in preadolescent children with cystic fibrosis Am J Clin Nutr 84, 523–30

Schall JI, Bentley T & Stallings VA (2006) Meal patterns, dietary fat intake and pancreatic enzyme use in preadolescent children with cystic fibrosis. J Pediatr Gastroenterol Nutr 43, 651-9

Lai HJ & Shoff SM (2008) Classification of malnutrition in cystic fibrosis: implications for evaluating and benchmarking clinical practice performance. Am J Clin Nutr 88,161–6

Kalivianakis et al. (1999) Fat malabsorption in cystic fibrosis patients receiving enzyme replacement therapy is due to impaired intestinal uptake of long-chain fatty acids. Am J Clin Nutr 69,127–34

Ramsey et al. (1992) Nutritional assessment and management in cystic fibrosis: a consensus report. Am J Clin Nutr 55, 108-16

Durie PR & Pencharz PB (1989) A rational approach to the nutritional care of patients with cystic fibrosis. J R Soc Med 82(Suppl 16),11–20 


Γράφει ο:

Γιώργος Λάντι

BSc (Hons) RD

Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος



Πρώτες Βοήθειες - Τηλέφωνα

  • Εφημ. Ιατροί Αθήνας - Πειραιά: 105
  • Εφημ. Ιατροί Δήμων Πρωτεύουσας: 101
  • Σταθμός Πρώτων Βοηθειών: 150
  • Κέντρο Άμεσης Βοήθειας: 166
  • Κέντρο Δηλητηριάσεων: 210.77.93.777
  • Σταθμός Πρώτων βοηθειών ΙΚΑ: 210.64.67.811
  • Κέντρο Αιμοδοσίας: 210.82.19.391